Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2011

Κορτιζόνη και διατροφή

Η χορήγηση οποιασδήποτε φαρμακευτικής αγωγής, εκτός από τα οφέλη που αναμφισβήτητα προσφέρει, είναι πιθανό να δημιουργεί και ποικίλες ανεπιθύμητες ενέργειες. Ένα από τα πιο διφορούμενα φάρμακα της θεραπευτικής είναι η κορτιζόνη.

Ουσιαστικά, η κορτιζόνη παράγεται από το ανθρώπινο σώμα με τη μορφή  της κορτιζόλης, μιας ορμόνης που εκκρίνεται από το φλοιό των επινεφριδίων και επηρεάζει πληθώρα οργανικών συστημάτων. Ο μεταβολισμός υδατανθράκων, λιπών και πρωτεϊνών, η αντοχή στο stress, η φλεγμονώδης αντίδραση, το ενδοκρινικό σύστημα αλλά ακόμα και το στομάχι είναι μερικά μόνο από τα σημεία της λειτουργίας του ανθρώπινου σώματος στα οποία συμμετέχει ενεργά η κορτιζόλη.

Η κορτιζόνη λοιπόν, έχοντας

αντιφλεγμονώδη, αναλγητική και ανοσοκατασταλτική δράση, χορηγείται για τη θεραπεία μεγάλου αριθμού νοσημάτων. Η ρευματοειδής αρθρίτιδα, η νόσος Addison, το σύνδρομο Cushing, φλεγμονώδεις καταστάσεις του δέρματος και των εντέρων, αυτοάνοσες ασθένειες και αλλεργίες είναι αδύνατο να αντιμετωπιστούν χωρίς τη βοήθειά της.

Ένα τόσο ευρείας δράσεως φάρμακο δε θα ήταν δυνατό να μη συνοδεύεται και από πλήθος παρενεργειών. Οι παρενέργειες αυτές εξαρτώνται: από την ποσότητα του χορηγούμενου φαρμάκου και από τη χρονική διάρκεια κατά την οποία ακολουθείται η συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή. Συχνότερη είναι η εμφάνιση οστεοπόρωσης, λοιμώξεων, αυξημένης όρεξης, υπέρτασης, καταρράκτη,  οιδήματος, ευφορίας και ψυχώσεων.

Κάποιες από τις παρενέργειες που παρουσιάζονται κατά τη διάρκεια χορήγησης κορτιζόνης είναι άμεσα εξαρτώμενες από τη διατροφή. Αλλαγές στις καθημερινές διατροφικές συνήθειες μπορεί ακόμα και να αποτρέψουν τα δυσάρεστα αυτά συμπτώματα.

Η παρουσία οιδήματος, λόγω της κατακράτησης νατρίου και υγρών, είναι η κυριότερη παρενέργεια που σχετίζεται με διατροφικούς παράγοντες. Αποτέλεσμα του προαναφερόμενου οιδήματος είναι και η αύξηση του σωματικού βάρους. Ο περιορισμός της πρόσληψης νατρίου είναι σημαντικός τόσο για την αποφυγή του οιδήματος, όσο και για τη διατήρηση του σωματικού βάρους. Το πρόσθετο αλάτι στο φαγητό πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια χορήγησης κορτιζόνης και για διάστημα περίπου έξι μηνών, μετά το τέλος της φαρμακευτικής αγωγής.
Εκτός όμως από το επιτραπέζιο αλάτι, πολλές από τις τροφές που καθημερινά καταναλώνονται έχουν αυξημένη περιεκτικότητα σε νάτριο. Τυριά, ελιές, αλατισμένοι ξηροί καρποί, παστά, κονσερβοποιημένα ή τυποποιημένα τρόφιμα, όπως κέικ και μπισκότα, αλμυρά σνακ, όπως πατατάκια και γαριδάκια, αλλά ακόμα και το ψωμί και οι φρυγανιές αποτελούν κρυφές ή φανερές πηγές αλατιού. Στη σύγχρονη βιομηχανία τροφίμων κάποιες από αυτές τις τροφές, όπως το ψωμί και οι φρυγανιές, παράγονται χωρίς την προσθήκη νατρίου προσφέροντας έτσι, τη δυνατότητα να καταναλωθούν και από άτομα που πρέπει να ακολουθήσουν μια διατροφή χαμηλής περιεκτικότητας σε νάτριο. Πάντως, η χρήση των ετικετών τροφίμων είναι απαραίτητη όταν χρειάζεται να προσεχθεί η πρόσληψη νατρίου.

Η αύξηση του σακχάρου στο αίμα είναι μια ακόμα πιθανή συνέπεια της λήψης κορτιζόνης. Για την αποφυγή αυτών των υψηλών τιμών, η διατροφή των ασθενών που χρησιμοποιούν αυτή τη φαρμακευτική αγωγή θα πρέπει να ακολουθεί τις αρχές της διατροφής του σακχαρώδους διαβήτη. Τα μικρά και συχνά γεύματα, καθώς και η αποχή από τα απλά σάκχαρα (ζάχαρη, μέλι, μαρμελάδα, γλυκά και αναψυκτικά με ζάχαρη) θα συνεισφέρουν στην καλύτερη ρύθμιση της γλυκόζης του αίματος. Τρία κυρίως γεύματα και δύο σνακ, με χρονική απόσταση μεταξύ τους τις δύο με τρεις ώρες, είναι απαραίτητα. Η κατανάλωση φρούτων, λαχανικών, οσπρίων αλλά και δημητριακών ολικής άλεσης πρέπει να αποτελεί τη βάση της καθημερινότητας των ατόμων αυτών ώστε να προσλαμβάνουν την απαιτούμενη ποσότητα φυτικών ινών για να επιτευχθούν ιδανικές τιμές σακχάρου στο αίμα.

Η μακροχρόνια χορήγηση κορτιζόνης μπορεί να οδηγήσει σε οστεοπόρωση ενώ ταυτόχρονα, αυξάνει τον κίνδυνο καταγμάτων. Ασθενείς λοιπόν, που χρησιμοποιούν κορτιζόνη για μεγάλα χρονικά διαστήματα οφείλουν, να καταναλώνουν ημερησίως τρεις μερίδες γαλακτοκομικών προϊόντων χαμηλών σε λιπαρά. Ένα ποτήρι γάλα, ένα κεσεδάκι γιαούρτι ή τριάντα γραμμάρια τυριού αποτελούν μία μερίδα γαλακτοκομικού προϊόντος. Κάποιες φορές, η κατανάλωση τέτοιων ποσοτήτων γαλακτοκομικών είναι ιδιαίτερα δύσκολη. Τα πράσινα φυλλώδη λαχανικά όπως το σπανάκι, το μπρόκολο και τα λάχανα, είναι επίσης καλές πηγές ασβεστίου. Ένα φλιτζάνι μαγειρεμένου σπανακιού περιέχει 100 mg ασβεστίου ενώ η ισοδύναμη ποσότητα μπρόκολου περιέχει 45 mg. Η σόγια και το ταχίνι θα μπορούσαν επίσης, να προσφέρουν πολύτιμη βοήθεια σε άτομα που δε μπορούν να καταναλώσουν γαλακτοκομικά προϊόντα. Τα ψάρια και ιδιαίτερα ο σολομός, οι σαρδέλες ο τόνος, είναι και αυτά σημαντικές πηγές ασβεστίου. Οι ξηροί καρποί, και κυρίως τα καρύδια, τα αμύγδαλα και το σησάμι μπορούν να χρησιμοποιηθούν και αυτά εναλλακτικά. Πολλές φορές όμως, κρίνεται απαραίτητη και η χορήγηση κάποιου συμπληρώματος ασβεστίου και βιταμίνης D.

Τέλος, ο καταβολισμός της μυϊκής μάζας είναι και αυτός μία συχνά εμφανιζόμενη παρενέργεια. Το γεγονός αυτό οδηγεί αυτόματα σε αυξημένες πρωτεϊνικές ανάγκες. Το σημαντικό στην προσπάθεια της αύξησης της προσλαμβανόμενης πρωτεΐνης είναι η ταυτόχρονη χαμηλή πρόσληψη κορεσμένων λιπαρών. Ο συνδυασμός αυτός είναι απαραίτητος γιατί συχνά, τα τριγλυκερίδια και η χοληστερόλη του αίματος παρουσιάζουν αυξημένες τιμές σε ασθενείς που χρησιμοποιούν κορτιζόνη. Οι πηγές λοιπόν που προτιμώνται για να επιτευχθεί αυξημένη πρωτεϊνική πρόσληψη είναι κυρίως άπαχα γαλακτοκομικά, ψάρια, πουλερικά, όσπρια, ασπράδι αβγών και άπαχο κόκκινο κρέας.

Όπως λοιπόν φαίνεται από όλα τα προαναφερόμενα, ο ρόλος της διατροφής κατά τη διάρκεια της φαρμακευτικής αγωγής με κορτιζόνη είναι εξαιρετικά σημαντικός. Κάνοντας μικρές τροποποιήσεις στη διατροφική μας καθημερινότητα, έχουμε τη δυνατότητα να αποφύγουμε ένα μεγάλο αριθμό δυσάρεστων και επικίνδυνων παρενεργειών, διασφαλίζοντας παράλληλα το μεγαλύτερο δυνατό όφελος που μπορούμε να έχουμε από τη λήψη αυτού του φαρμάκου. 

Πηγή: mednutrition.gr

3 σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...